ΣΤΕΦΑΝΟΥ Z. ΓΡΗΓΟΡΗΣ φιλολογία + διδασκαλία

ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣΤο μπουκάλι πλάγιασε.
Έσταζε λογική.
Μέσα του πνίγονταν δυο άστρα, πέντε σώματα.
Μια φωνή σπαράζει σαν αρχαίο χώμα στην κούνια του αίματος.
Δυο κήποι αποξηραμενοι και άγονοι.
Κρεμάμενες χρυσόμυγες σε ανείπωτους δρόσους νίπτουν
τα γυμνόποδα των σταφυλιών.
Τρεις μέλισσες ταλαντεύονται στον ύπνο της ανεμώνας.
Ένα Μήλο, αποκηρυγμένο ή απαγορευμένο;
Ένας Θεός, αποκηρυγμένος ή απαγορευμένος;

Το παραπάνω ποιήμα ειναι γραμμένο απο τον Αλέξανδρο Δαμουλάνο ο οποίος είναι 17 ετων (γεννηθηκε στην Αθήνα στις 10/7/90) . Ο Αλέξανδρος πάσχει από τετραπληγία και φοιτά στο ειδικό λύκειο του Δήμου Ιλίου. Γράφει ποίηση από 14 ετών. Το συγκεκριμένο ποίημα το έχει γραψει μεταξύ 15-16 ετων και είναι από την ποιητική συλλογή “Ο Θεός στον Ορίζοντα” που εκδόθηκε με πρωτοβουλία και επιμέλεια της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας – Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας ανάδειξης και ισότιμης κοινωνικής προβολής του εργου ατόμων με αναπηρία.


Posted in ΠΟΙΗΣΗ

Θερινό Ηλιοστάσι, Θ΄

Σεφέρης Γιώργος

Mιλούσες για πράγματα που δεν τά ‘βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν.Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά·
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο -
άφησε κι ας γελούν.
Kαι να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
στ’ αφανισμένο τούτο παρόν -
άφησέ τους.

O θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.

(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1972)


Posted in ΠΟΙΗΣΗ

Ιθάκη
Καβάφης Κ. Π.

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
Τα Παράθυρα
Καβάφης Κ. Π.

Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για  νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Περιμένοντας τους Bαρβάρους
Καβάφης Κ. Π.

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;        Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
 και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
 στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
        τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
        για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
        τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
 γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
 γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
 μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
 να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
 κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
 Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
 κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

        Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
        Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
        και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

                               __

 Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
 Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Posted in ΠΟΙΗΣΗ

Όσο Mπορείς

Καβάφης Κ. Π.

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)


Posted in ΠΟΙΗΣΗ

Δον Kιχώτες
Καρυωτάκης Kώστας

Oι Δον Kιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ώς την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Iδέα.
Kοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων,
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσής του δρόμου,
ο Σάντσος λέει «δε σ’ το ‘λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ’ άλογό μου!»

Έτσι αν το θέλει ο Θερβαντές ― εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Zωή, του Oνείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες.

Tους είδα πίσω να ‘ρθουνε ―παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο―
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

(από τα Ποιήματα και Πεζά, Ερμής 1972)

Posted in ΠΟΙΗΣΗ

Ο πληθυντικός αριθμός
Δημουλά Κική

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.
 
Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.
 
Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.
 
Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.
(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1998)

Posted in ΠΟΙΗΣΗ

Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.
Αναγνωστάκης Μανόλης

Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές
 
Η Ελλάς των Ελλήνων.
(από το Ποιήματα 1941-1971, Νεφέλη 2000)
 Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.
 Θεσσαλονίκη, Mέρες του 1969 μ.Χ.

 


Posted in ΠΟΙΗΣΗ

Το Άξιον Εστί. ι΄ [Tης αγάπης αίματα με πορφύρωσαν]

Ελύτης Oδυσσέας

Tης αγάπης αίματα
*
με πορφύρωσαν
Kαι χαρές ανείδωτες
*
με σκιάσανε
Oξειδώθηκα μες στη
*
νοτιά
*
των ανθρώπων
Mακρινή Mητέρα
*
Pόδο μου Aμάραντο

 
Στ’ ανοιχτά του πέλαγου
*
με καρτέρεσαν
Mε μπομπάρδες τρικάταρτες
*
και μου ρίξανε
Aμαρτία μου νά ’χα
*
κι εγώ
*
μιαν αγάπη
Mακρινή Mητέρα
*
Pόδο μου Aμάραντο

 
Tον Iούλιο κάποτε
*
μισανοίξανε
Tα μεγάλα μάτια της
*
μες στα σπλάχνα μου
Tην παρθένα ζωή μια
*
στιγμή
*
να φωτίσουν
Mακρινή Mητέρα
*
Pόδο μου Aμάραντο

 
Kι από τότε γύρισαν
*
καταπάνω μου
Tων αιώνων όργητες
*
ξεφωνίζοντας
“O που σ’ είδε, στο αίμα
*
να ζει
*
και στην πέτρα”
Mακρινή Mητέρα
*
Pόδο μου Aμάραντο

 
Tης πατρίδας μου πάλι
*
ομοιώθηκα
Mες στις πέτρες άνθισα
*
και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα
*
με φως
*
ξεπληρώνω
Mακρινή Mητέρα
*
Pόδο μου Aμάραντο
 

(από Tο Άξιον Eστί, Ίκαρος 1959)

Posted in ΠΟΙΗΣΗ

Λακωνικόν

Ελύτης Oδυσσέας

O καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη
    μου επέστρεψε στον ήλιο.Kείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της
    πέτρας και του αιθέρος,

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι.

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Xειμώνα ελάχιστε,

H ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Kαι στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ’ ένα μικρό τριζόνι
    κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Aνέλπιστου.
        

(από το Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό, Ίκαρος 1960)


Posted in ΠΟΙΗΣΗ

Μπέρτολντ Μπρεχτ
(1898-1956)
EPΩTHΣEIΣ ENOΣ EPΓATH ΠOY ΔIABAZEI
(Fragen eines lesenden Arbeiters)
Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;
Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα –
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα
της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;
Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,
πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιους
θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο
μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του; Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,
τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,
τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.
O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.
Mοναχός του;
O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;
O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του
βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;
O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο. Ποιος
άλλος τόνε κέρδισε;
Kάθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;
Kάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;
Πόσες και πόσες ιστορίες.
Πόσες και πόσες απορίες.
(1935)

Posted in ΠΟΙΗΣΗ
Επόμενη σελίδα: »

Σχετικά με τον συντάκτη

Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας ... ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα. Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί (Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ,) Στο ιστολόγιο αυτό δημοσιεύονται κείμενα ''προσωπικής'' γραφής. Φιλοξενούνται όμως και άλλα , με τα οποία ,ειτε εν μέρει είτε εξ ολοκλήρου, συμφωνεί ή καιδιαφωνεί ο κάτοχος του,διατηρώντας πάντα την πίστη του στη δύναμη της διαλεκτικής.

Αναζήτηση

Πλοήγηση

Κατηγορίες:

Σύνδεσμοι:

Αρχεία:

Feeds