ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΣΤο μπουκάλι πλάγιασε.
Έσταζε λογική.
Μέσα του πνίγονταν δυο άστρα, πέντε σώματα.
Μια φωνή σπαράζει σαν αρχαίο χώμα στην κούνια του αίματος.
Δυο κήποι αποξηραμενοι και άγονοι.
Κρεμάμενες χρυσόμυγες σε ανείπωτους δρόσους νίπτουν
τα γυμνόποδα των σταφυλιών.
Τρεις μέλισσες ταλαντεύονται στον ύπνο της ανεμώνας.
Ένα Μήλο, αποκηρυγμένο ή απαγορευμένο;
Ένας Θεός, αποκηρυγμένος ή απαγορευμένος;
Το παραπάνω ποιήμα ειναι γραμμένο απο τον Αλέξανδρο Δαμουλάνο ο οποίος είναι 17 ετων (γεννηθηκε στην Αθήνα στις 10/7/90) . Ο Αλέξανδρος πάσχει από τετραπληγία και φοιτά στο ειδικό λύκειο του Δήμου Ιλίου. Γράφει ποίηση από 14 ετών. Το συγκεκριμένο ποίημα το έχει γραψει μεταξύ 15-16 ετων και είναι από την ποιητική συλλογή “Ο Θεός στον Ορίζοντα” που εκδόθηκε με πρωτοβουλία και επιμέλεια της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας – Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας ανάδειξης και ισότιμης κοινωνικής προβολής του εργου ατόμων με αναπηρία.
Θερινό Ηλιοστάσι, Θ΄ |
Σεφέρης Γιώργος |
Mιλούσες για πράγματα που δεν τά ‘βλεπαν
υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας. |
|
|
(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1972)
|
Ιθάκη |
Καβάφης Κ. Π. |
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου. Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου. Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει· και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί, πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο, μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο. Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν. |
|
|
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) |
Τα Παράθυρα |
Καβάφης Κ. Π. |
Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
|
||||||
|
|
||||||
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
|
Όσο Mπορείς |
Καβάφης Κ. Π. |
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
|
|
|
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) |
Δον Kιχώτες |
Καρυωτάκης Kώστας |
Oι Δον Kιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ώς την άκρη
στην μίαν ανάλγητη Zωή, του Oνείρου τους ιππότες άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα, με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες. ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο― και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά πως ρέει, την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο! |
|
|
(από τα Ποιήματα και Πεζά, Ερμής 1972)
|
Ο πληθυντικός αριθμός |
Δημουλά Κική |
Ο έρωτας,
|
|
|
(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1998) |
|
||||||||||||
|
|
||||||||||||
Το Άξιον Εστί. ι΄ [Tης αγάπης αίματα με πορφύρωσαν] |
Ελύτης Oδυσσέας |
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
(από Tο Άξιον Eστί, Ίκαρος 1959) |
Λακωνικόν |
Ελύτης Oδυσσέας |
O καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη
κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Aνέλπιστου. |
|
|
(από το Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό, Ίκαρος 1960) |
EPΩTHΣEIΣ ENOΣ EPΓATH ΠOY ΔIABAZEI
|