Στεφάνου Γρηγόρης

φιλολογία + διδασκαλία.

» Ερωτόκριτος» , «Του νεκρού αδελφού»

Διαγώνισμα Α΄ τετραμήνου στη Νέα Ελληνική Λογοτεχνία Α΄Λυκείου.

Ονομ/μο:……………………………………….Ημερ/νία:…………………

Κείμενο

Ερωτόκριτος: [ΗΡΘΕΝ Η ΩΡΑ ΚΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ]

Ήρθεν η ώρα κι ο καιρός, κ’ η μέρα ξημερώνει,
να φανερώσει ο Pώκριτος το πρόσωπο, που χώνει.
Eφάνη ολόχαρη η αυγή, και τη δροσούλα ρίχνει,
σημάδια τση ξεφάντωσης κείνη την ώρα δείχνει.
Xορτάρια εβγήκαν εις τη γην, τα δεντρουλάκια ανθήσα’,                5
κι από τσ’ αγκάλες τ’ Oυρανού γλυκύς Bορράς εφύσα.
Tα περιγιάλια ελάμπασι, κ’ η θάλασσα εκοιμάτο,
γλυκύς σκοπός εις τα δεντρά κ’ εις τα νερά εγρικάτο.
Oλόχαρη και λαμπυρή η μέρα ξημερώνει,
εγέλαν η Aνατολή, κ’ η Δύση καμαρώνει.                           10
O Ήλιος τες ακτίνες του παρά ποτέ στολίζει
με λάμψη, κι όλα τα βουνά και κάμπους ομορφίζει.
Xαμοπετώντας τα πουλιά εγλυκοκιλαδούσα,
στα κλωναράκια των δεντρών εσμίγαν κ’ εφιλούσα.
Δυό-δυό εζευγαρώνασι, ζεστός καιρός εκίνα,                               15
έσμιξες, γάμους, και χαρές εδείχνασι κ’ εκείνα.
Eσκόρπισεν η συννεφιά, οι αντάρες εχαθήκα,
πολλά σημάδια τση χαράς στον Oυρανό εφανήκα.
Παρά ποτέ τως λαμπυρά, τριγύρου στολισμένα,
στον Oυρανό είν’ τα νέφαλα σαν παραχρουσωμένα.            20
Tα πάθη πλιό δεν κιλαδεί το πρικαμένο αηδόνι,
αμέ πετά πασίχαρο, μ’ άλλα πουλιά σιμώνει.
Γελούν τση Xώρας τα στενά, κ’ οι στράτες καμαρώνου,
όλα γρικούν κουρφές χαρές, κι όλα τσι φανερώνου.
Kαι μες στη σκοτεινή φλακήν, οπού’το η Aρετούσα,                    25
εμπήκα’ δυό όμορφα πουλιά, κ’ εγλυκοκιλαδούσα’.
Στην κεφαλή της Aρετής συχνιά χαμοπετούσι,
και φαίνεταί σου και χαρές μεγάλες προμηνούσι.
Πάλι με τον κιλαδισμόν απ’ τη φλακήν εφύγα,
αγκαλιαστά, περιμπλεχτά τσι μούρες τως εσμίγα.               30
H Nένα, οπού’τον φρόνιμη γυναίκα του καιρού τση,
ήκουσε, κ’ είδε και πολλά, ήβαλε μες στο νου της,
το πως ετούτα τα πουλιά, που εσμίξαν έτσι ομάδι,
χαρά μεγάλη προμηνού, και Γάμου είναι σημάδι.

ΦΡΟΣΥΝΗ
Λέγει: «Aρετούσα, κάτεχε, σ’ καλό πολύ το πιάνω                     35
τούτον, οπού’ρθαν τα πουλιά στην κεφαλή σου απάνω:
Σημάδι’ναι του Γάμου σου, ώρα, καλή ώρα να’ναι,
γιά δέ’, κι ό,τι είναι για καλό, στο λογισμό σου βάνε.
Ώς πότε θέ’ να κάθεσαι στο βρώμο, Θυγατέρα,
να διώχνεις τόσες Προξενιές, που του Kυρού σου εφέρα’;  40
Kι ώς πότε τον Pωτόκριτο να στέκεις ν’ ανιμένεις;
Eσύ από τούτην τη φλακήν, ώστε να ζεις, δε βγαίνεις,
παρά στά θέλει ο Kύρης σου, να του θεληματέψεις.
Mη βούλεσαι ανημπόρετα πράματα να γυρέψεις.
Kαι χίλιοι χρόνοι ανέ διαβού, δεν τόνε κάνεις Tαίρι,                 45
κι ώστε να ζει, δεν έρχεται προς τα δικά σας μέρη.
Kι αν αποθάνει ο Kύρης σου, παραγγελιάν αφήνει,
κι όσοι απομείνου οπίσω του ξορίζουν τον κι εκείνοι.
Λοιπό, Kερά μου, σκόλασε το λογισμό  τόν έχεις,
κι ο Ξένος γίνεται Άντρας σου, κάμε να το κατέχεις,        50
αυτός, οπού επολέμησε, κ’ εγλίτωσε τη Xώρα.
Πέ’ το κ’ εσύ πως τόνε θες, και να βρεθεί καλή ώρα.»

Ερωτήσεις.

1.Σε ποια περίοδο της νεοελληνικής λογοτεχνίας ανήκει το έργο «Ερωτόκριτος» και ποιος είναι ο δημιουργός του ; Τι γνωρίζετε για το χώρο δράσης και τα γεγονότα που διαδραματίζονται  στο  Ε΄ μέρος του ποιήματος;                                           ( 15 μον)

2.Να χωρίσετε το απόσπασμα που σας δίνεται σε νοηματικές ενότητες και να δώσετε έναν τίτλο για καθεμιά από αυτές.                                                                    ( 20 μον)

3.α. Να αναγνωρίσετε το ρηματικό πρόσωπο στο οποίο γίνεται η αφήγηση και τον τύπο του αφηγητή με βάση τη συμμετοχή του ή όχι στην ιστορία                       ( 10 μον).

β. Υπογραμμίστε και αναγνωρίστε τα σχήματα λόγου που υπάρχουν στους παρακάτω στίχους  : στίχος 3,6,8,14,17-18,20,23                                                                 ( 10 μον)

4.Με ποιο τρόπο προετοιμάζεται η αναγνώριση του  Ερωτόκριτου  από  την Αρετούσα στους στίχους 3 έως 30 ;                                                                                         (25 μον)

5. Να συγκρίνετε το περιεχόμενο του παραθέματος* που σας δίνεται παρακάτω με τα λεγόμενα της φροσύνης  ,κυρίως ,στους στίχους 42-48.Ποιές κοινές αντιλήψεις υπάρχουν στα λόγια των δύο γυναικών;                                                                               ( 20 μον).

ΙΣΜΗΝΗ . Βάλε καλά μές στο μυαλό πως είμαστε γυναίκες
και πόλεμο ν’ ανοίξουμε με άνδρες δεν μπορούμε.
Κι έπειτα, αφού μας κυβερνούν πιο δυνατοί στ’ αλήθεια,
κι αυτά πρέπει ν’ ακούσουμε και πιο σκληρά ακόμα.
Γι’ αυτό κι εγώ γυρεύοντας απ’ τους νεκρούς συγγνώμη,
που αναγκάζομαι σ’ αυτό παρά τη θέλησή μου,
θα υποταχτώ στους άρχοντες· είναι καθάρια τρέλα
να θέλεις ό,τι ξεπερνάει τη δύναμη που έχεις.                      ( στίχοι 61-67)

*Το παράθεμα είναι  από την τραγωδία του Σοφοκλή «Αντιγόνη». Στους στίχους που δίνονται ,η Ισμήνη απαντά στην αδελφή της Αντιγόνη για το αν πρέπει να θάψουν τον αδελφό τους Πολυνείκη ,παραβαίνοντας το διάταγμα του άρχοντα που είχε απαγορεύσει την ταφή.

…………………………………………………………………………………………………………………..

Διαγώνισμα Α΄ τετραμήνου στη Νέα Ελληνική Λογοτεχνία Α΄Λυκείου.

Ονομ/μο:……………………………………….Ημερ/νία:…………………

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.  5

Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,  10
αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
– Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
– Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,  15
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,  20
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!  25
το τάξιμο που μου ‘ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.  30
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:  35
«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
– Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ‘ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω.
– Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».  40
– Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.
Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!  45
– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
– Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!  50
– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
– Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
– Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
– Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αί-Γιάννη,  55
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.  60
«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
– Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ’ ας λέγουν.
– Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;
– Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».  65
………………………………………………………………………..

………………………………………………………………………..

Ερωτήσεις.

1.Σε ποια περίοδο της νεοελληνικής λογοτεχνίας ανήκει το τραγούδι ; Τι γνωρίζετε για την προέλευση και την καταγωγή του μύθου;                                                                                                                                                   ( 15 μον)

2.Να χωρίσετε το απόσπασμα που σας δίνεται σε νοηματικές ενότητες και να δώσετε έναν τίτλο για καθεμιά από αυτές.                                                                                                                                                                                ( 20 μον)

3.α. Να αναγνωρίσετε το ρηματικό πρόσωπο στο οποίο γίνεται η αφήγηση και τον τύπο του αφηγητή με βάση τη συμμετοχή του ή όχι στην ιστορία                                                                                                                             ( 10 μον).

Β Αναγνωρίστε τα σχήματα λόγου που υπάρχουν στους παρακάτω στίχους  : στίχος  1, 8,15,21,22                                                                                ( 10 μον)

4.  Προκειμένου να αποφασιστεί ο γάμος της κοπέλας στη μακρινή    Βαβυλώνα  γίνεται συζήτηση μεταξύ των μελών της οικογένειας .Σε τι συμπεράσματα καταλήγουμε για τον τύπο της οικογένειας και ποιες σκέψεις και συναισθήματα δημιουργούνται στον αναγνώστη για τα ήθη της εποχής  και τη θέση της γυναίκας;                                                                                  (25 μον)

5. Να συγκρίνετε το περιεχόμενο του παραθέματος 1 που σας δίνεται παρακάτω με τα λεγόμενα του Κωσταντή προς τη μητέρα του στους στίχους 15-17 .Ποιό κοινό στοιχείο παρατηρείτε και  με ποιο τρόπο αυτό συμβάλλει στην προώθηση της υπόθεσης στο τραγούδι του νεκρού αδερφού;                                                             ( 20 μον).

Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
μά τες πολλές λαβωματιές που μόφαγαν τα στήθια,
μά τους συντρόφους πόπεσαν στην Kρήτη πολεμώντας,
μά την ψυχή που μ’ έκαψε τον κόσμο απαρατώντας.
(Λάλησε, Σάλπιγγα, κι εγώ το σάβανο τινάζω,
και σχίζω δρόμο και τσ’ αχνούς αναστημένους κράζω: «O Kρητικός»  Σολωμός Διονύσιος

1.Ο πολεμιστής εξιστορεί  τις κακουχίες που έχει περάσει , αφότου έφυγε από την Κρήτη  κυνηγημένος από τους Τούρκους………

Advertisements

19/12/2010 - Posted by | διαγωνίσματα λογ.α΄λυκ.

Sorry, the comment form is closed at this time.

Αρέσει σε %d bloggers: